Η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024 σε άτομα που χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα και δεν εξυπηρετήθηκαν, φτάνοντας το 21,9%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 3,6%, σύμφωνα με τη Eurostat.
Οι οικονομικές δυσκολίες, οι μεγάλες λίστες αναμονής στα νοσοκομεία και οι αποστάσεις από παρόχους ιατρικών υπηρεσιών ήταν οι βασικότεροι παράγοντες. Οι δύο πρώτοι λόγοι μαζί αντιπροσώπευαν περισσότερο από το μισό του συνόλου των ατόμων που ανέφεραν ανεκπλήρωτη ανάγκη για ιατρική περίθαλψη.
Άλλοι λόγοι που αναφέρθηκαν, σε πολύ μικρότερο ποσοστό, ήταν η επιθυμία να δουν αν το πρόβλημα θα βελτιωνόταν από μόνο του και η έλλειψη χρόνου.
Σύμφωνα με άλλη έρευνα, η Ελλάδα είχε τα λιγότερα κρεβάτια μακράς νοσηλείας (20) στα νοσοκομεία, ανά 100.000 κατοίκους.
Τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας επηρεάστηκαν περισσότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση: το 6,0 % αυτών ανέφερε ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες, σε σύγκριση με το 3,2 % των ατόμων που δεν διατρέχουν κίνδυνο. Η Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία διαφορά μεταξύ των δύο κοινωνικών ομάδων (12,7).
Ένα μοτίβο που παρατηρήθηκε στην έρευνα είναι ότι οι ηλικιωμένοι (65 και άνω) είχαν υψηλότερο ποσοστό ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών από άτομα ηλικίας 16-44, με την Ελλάδα να έχει και σε αυτήν την κατηγορία την υψηλότερη διαφορά (24,3%). Αντίθετα, στη Δανία, το ποσοστό των ατόμων που ανέφεραν ανεκπλήρωτες ανάγκες για ιατρική περίθαλψη ήταν υψηλότερο μεταξύ των ατόμων ηλικίας 16 έως 44 ετών σε σύγκριση με τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω (διαφορά 2,7%).