Η Ανδριανή, η Κλειώ και η Ειρήνη παραπέμφθηκαν σε χειρουργείο, κατά τη διάρκεια του οποίου “καθαρίζονται” οι εστίες ενδομητρίωσης και στέλνονται για βιοψία. Σε κάποιες περιπτώσεις ενδομητρικός ιστός είχε φτάσει μέχρι την ουροδόχο κύστη και το έντερο, ενώ, όπως αναφέρει ο Μ. Καλαμπόκας, “υπάρχουν περιπτώσεις όπου έχει βρεθεί ενδομητρίωση στον πνεύμονα ή ακόμη και στο ρουθούνι”.
Οι ίδιες μιλούν για τη χρονοβόρα ανάρρωση, που διαρκεί περίπου έναν μήνα, αλλά και για το δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της επέμβασης στον ιδιωτικό τομέα – αν και μπορεί να πραγματοποιηθεί και σε δημόσιο νοσοκομείο. Περιγράφουν, ωστόσο, και την ανακούφιση μετά από μια μακρά περίοδο αλλαγής γιατρών, μέχρι να βρουν τον ή τη “γιατρό τους”, μια διαδικασία που από μόνη της επιβαρύνει την ποιότητα ζωής των γυναικών με ενδομητρίωση.
Η Κλειώ κάνει λόγο για ελλιπή και συχνά συγκεχυμένη πληροφόρηση, ακόμη και για αμφισβήτηση της ίδιας της ασθένειας. “Πήγα σε μια γυναίκα γιατρό με τις εξετάσεις μου, με την προσδοκία ότι θα είναι ένα πιο κατανοητική, και μου είπε ‘σιγά μωρέ, τώρα έχετε όλες ξαφνικά ενδομητρίωση’“.
Ένα άλλο συχνό φαινόμενο είναι ότι, επειδή η νόσος επηρεάζει τη γονιμότητα, οι γυναίκες αισθάνονται πως οι γιατροί δίνουν προτεραιότητα στην αναπαραγωγική τους δυνατότητα, συχνά μέσω πίεσης για κατάψυξη ωαρίων, και λιγότερο στη συνολική τους υγεία.
“Είχα φτάσει στο σημείο να πω σε έναν γιατρό ‘δεν είμαι αγελάδα’” λέει η Ειρήνη. “Η τεκνοποίηση δεν είναι η πρωταρχική μου λειτουργία. Είμαι άνθρωπος και θέλω να είμαι υγιής αρχικά”.
Παρ’ όλα αυτά, χιλιάδες γυναίκες με ενδομητρίωση πριν τα 30 καλούνται να αποφασίσουν αν θα καταψύξουν τα ωάριά τους, δηλαδή αν θέλουν να διατηρήσουν τη δυνατότητα να προσπαθήσουν να κάνουν παιδί στο μέλλον. “Γιατί κανείς δεν σου εγγυάται ότι θα τα καταφέρεις”, λέει η Ανδριανή. “Είναι όλο τόσο ψυχοφθόρο, είναι όλο λάθος”.
Το χειρουργείο, ωστόσο, δεν αποτελεί θεραπεία, καθώς δεν υπάρχει ακόμη οριστική αντιμετώπιση της νόσου. “Υπάρχει κίνδυνος επανεμφάνισης της τάξεως του 30%, αν μετά το χειρουργείο δεν δοθεί φαρμακευτική αγωγή με αντισυλληπτικά”, λέει ο Μ. Καλαμπόκας, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται συνεχώς, εφόσον δεν υπάρχουν αντενδείξεις.
Ακόμα όμως κι αν δεν υπάρχουν απόλυτες αντενδείξεις (π.χ. ιστορικό θρόμβωσης) υπάρχει περίπτωση κάποιες γυναίκες να επιβαρυνθούν. “Τα επεισόδια άγχους και κατάθλιψης βάρεσαν κόκκινο, σε σημείο που πήγα κλαίγοντας στον γιατρό και του είπα: ‘Δεν μπορώ να το κάνω αυτό'”, λέει η Ανδριανή.