Περίπου €1.050 ή το 70,2% του μικτού μέσου εισοδήματός (€1.500) πρέπει να δώσει κάποιος που θέλει να νοικιάσει ένα δυάρι (50-60 τ.μ., ένα υπνοδωμάτιο) στην Αττική, ενώ για ένα τριάρι (75-95 τ.μ., δύο υπνοδωμάτια) χρειάζεται το 93,6%, δηλαδή περίπου €1.400 σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων της Eurostat (2024) από το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ).
Τα στοιχεία ενοικίων της Eurostat είναι σταθμισμένα και προκύπτουν από ένα συνδυασμό διαφορετικών τύπων κατοικιών, τόσο νέων όσο και παλαιών, καθώς και από περιοχές με χαμηλότερες και υψηλότερες τιμές.
Η επιβάρυνση των ενοικιαστών στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη από τον μ.ο. της ΕΕ (31%-34% του μισθού για δυάρι, 46% για τριάρι), αλλά ακόμα και σε σχέση και με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα, στη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, π.χ. το 2015 (41,6%).
Το ΚΕΦίΜ αποδίδει την αύξηση των ενοικίων σε παράγοντες όπως τα κλειστά σπίτια και την αύξηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης
Το ΚΕΦίΜ αποδίδει το ζήτημα της αύξησης των τιμών των ενοικίων σε διάφορους παράγοντες όπως τα πολλά κλειστά σπίτια και τις λίγες νέες κατοικίες, στην αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και των ξένων επενδύσεων μέσω golden visa.
Παρόλα αυτά καταγράφεται ένα “παράδοξο”. Παρά την αύξηση, τα ενοίκια σε πραγματικούς όρους παραμένουν χαμηλότερα κατά 8,7% σε σύγκριση με τα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από την κρίση. Η αντίφαση αυτή, ότι δηλαδή τα ενοίκια δεν έχουν φτάσει ιστορικά υψηλά, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ επιβαρυντικά για τους πολίτες εξηγείται από το γεγονός ότι τα εισοδήματα, σε αντίθεση με τα ενοίκια, δεν έχουν ανακάμψει ανάλογα μετά την κρίση, καθιστώντας τη στέγαση δυσανάλογα ακριβή σε σχέση με τη δεκαετία του 2000.
Οι τιμές δεν δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης, καθώς η Ελλάδα είχε πέρυσι τη 2η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην ΕΕ (+10,1%). Την 1η θέση είχε η Κροατία (+17,6%) τη στιγμή που ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν κάτω από 4%.
Πηγή: Καθημερινή