Ένας στους τέσσερις Έλληνες είναι σήμερα άνω των 65 ετών. Έως το 2050, το ποσοστό αυτό αναμένεται να αγγίξει το 34%. Παρά τα νούμερα, οι μεγαλύτερες ηλικίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό “αόρατες” στον σχεδιασμό της λιανικής εμπειρίας.
Με αφορμή την εκδήλωση Public Talks “Δίχως Ηλικία” που πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου στο κατάστημα Συντάγματος, η εταιρεία παρουσίασε μια δομημένη στρατηγική ηλικιακής συμπερίληψης με παρεμβάσεις σε φυσικά καταστήματα, εκπαίδευση προσωπικού και ένα οικοσύστημα προϊόντων που αγκαλιάζει τη νέα πραγματικότητα.
Τα δεδομένα που αλλάζουν το παιχνίδι
Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα έφτασε τα 82 έτη (84,5 για τις γυναίκες, 79,5 για τους άνδρες), από 66 που ήταν το 1950. Σε μόλις μία δεκαετία, ο πληθυσμός 65+ αυξήθηκε κατά 13,4%. Για όσους γεννήθηκαν μετά το 2000, ένας στους τέσσερις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 100 χρόνια.
“Μόνο το 25–30% της γήρανσης σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες. Το υπόλοιπο εξαρτάται από τον τρόπο ζωής”, ανέφερε ο κ. Στάθης Γκόνος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Χημικής Βιολογίας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, επισημαίνοντας ότι η γήρανση του πληθυσμού δεν είναι μόνο αριθμητικό φαινόμενο αλλά ποιοτική μεταβολή με άμεσες συνέπειες για την αγορά.
Τρεις άξονες δράσης
Η κα. Μάριαμ Σάντρι, Chief Customer and Marketing Officer των Public, παρουσίασε τη στρατηγική της εταιρείας σε τρεις πυλώνες: παρεμβάσεις στα φυσικά καταστήματα για βελτίωση της προσβασιμότητας, εκπαίδευση εργαζομένων με βιωματικές μεθόδους ενσυναίσθησης και δημιουργία ψηφιακής ενότητας με στοχευμένες προτάσεις προϊόντων τεχνολογίας και πολιτισμού.
Το εκπαιδευτικό πρωτόκολλο σχεδιάστηκε από την κα. Μαρία Ζαφειροπούλου, Διδάκτορα Γεροντολόγο και Iδρύτρια της Co2Together, με έμφαση στη μετατροπή της ενσυναίσθησης σε εφαρμόσιμη δεξιότητα του προσωπικού. “Η συγκεκριμένη παρέμβαση φέρνει στο προσκήνιο διαχρονικά κενά της ελληνικής πραγματικότητας, όπως η περιορισμένη εξειδίκευση σε πεδία όπως η γηριατρική και η γεροντολογία, αλλά και η έλλειψη αντίστοιχων προϊόντων και υπηρεσιών”, σημείωσε.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι ανάγκες των μεγαλύτερων ηλικιών δεν περιορίζονται στη φροντίδα, αλλά εκτείνονται στη διασκέδαση, την εκπαίδευση, την επικοινωνία και την ασφάλεια, ενώ ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της διαγενεακής εκπαίδευσης και στην ανάγκη εμπλοκής των νεότερων γενεών.