Διευρύνεται τα τελευταία χρόνια η απόσταση ανάμεσα στα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών και στις τιμές κατοικιών στην Ελλάδα, επιδεινώνοντας την προσιτότητα της στέγης, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η “Καθημερινή”.
Παρότι ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός αυξήθηκε κατά 19,7% την περίοδο 2019-2025, φτάνοντας τα €18.134 , η άνοδος αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί από την ακρίβεια και τον πληθωρισμό. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ο μέσος μισθός παραμένει 12% χαμηλότερος σε σχέση με το 2009 σε ονομαστικούς όρους, ενώ σε πραγματικούς όρους —δηλαδή με βάση την αγοραστική δύναμη— δεν ξεπερνά τις €15.000. Αυτό σημαίνει ότι είναι 31% χαμηλότερος από το 2009 και 1,3% χαμηλότερος ακόμη και από το 2021.
Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό κόστους στέγασης στην ΕΕ, με τα νοικοκυριά να διαθέτουν κατά μ.ο. το 34,6% του εισοδήματός για στέγαση το 2025.
Την ίδια περίοδο, οι τιμές κατοικιών κινήθηκαν πολύ ταχύτερα. Ο δείκτης τιμών κατοικιών της Τράπεζας της Ελλάδος αυξήθηκε κατά 50,4% στο σύνολο της χώρας το 2021-2025, με άνοδο περίπου 50% στην Αττική και 60,7% στη Θεσσαλονίκη. Αντίστοιχα, τα στοιχεία του Μητρώου Αξιών Μεταβιβάσεων Ακινήτων δείχνουν σωρευτική αύξηση 55% στη μέση αξία κατοικιών την περίοδο 2020-2025, με ακόμη εντονότερη άνοδο στην Αττική, στο 71,4%, και στην Κεντρική Μακεδονία, στο 62%.
Η πίεση αποτυπώνεται και στο κόστος στέγασης: η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., με τα νοικοκυριά να διαθέτουν κατά μέσο όρο το 34,6% του εισοδήματός τους για ενοίκιο ή δόση στεγαστικού, λογαριασμούς, συντήρηση και ασφάλεια κατοικίας.
Πηγή: Καθημερινή