Το εξαιρετικά ισχυρό El Niño που εξελίσσεται στον Ειρηνικό ενδέχεται να προκαλέσει 451.000 πρόσθετους θανάτους από θερμική καταπόνηση παγκοσμίως μέσα στους επόμενους έξι μήνες, σύμφωνα με νέα εκτίμηση ερευνητών του Climate Impact Lab.
Η πρόβλεψη αφορά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2026 – Φεβρουαρίου 2027 και αποτυπώνει τους θανάτους που εκτιμάται ότι θα προκύψουν από την επιπλέον άνοδο της θερμοκρασίας που συνδέεται με το El Niño, σε σύγκριση με ένα σενάριο χωρίς το φαινόμενο. Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, το σύνολο των θανάτων από ζέστη που ήδη συνδέονται με την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.
Οι μεγαλύτερες απώλειες προβλέπονται στη Νιγηρία, με περίπου 31.320 πρόσθετους θανάτους, και ακολουθούν η Ινδονησία με 19.251, το Σουδάν με 17.430, η Ινδία με 15.670 και η Βραζιλία με 13.271. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται επίσης περιοχές του Σαχέλ και της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Προχθές, το El Niño έφτασε τους +3,05°C στον Ειρηνικό, ξεπερνώντας το ρεκόρ του 2015 (+3,02°C), μήνες πριν κορυφωθεί (Νοέμβριο-Δεκέμβριο).
Οι εκτιμήσεις βασίζονται στη σχέση θερμοκρασίας και θνησιμότητας σε περισσότερες από 24.000 περιοχές του κόσμου, σε συνδυασμό με τις προβλέψεις για την πρόσθετη θέρμανση από το El Niño. Η σχετική έκθεση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό, αν και, σύμφωνα με τους συντάκτες της, χρησιμοποιεί ήδη αξιολογημένες μεθόδους.
Το φαινόμενο είναι ασυνήθιστα ισχυρό. Η θερμοκρασιακή απόκλιση στην περιοχή Niño του Ειρηνικού έφτασε προχθές τους +3,05°C σε μία από τις μετρήσεις, ξεπερνώντας το προηγούμενο υψηλό των +3,02°C του 2015. Ωστόσο, ο δείκτης ONI, που χρησιμοποιεί κυλιόμενο μέσο όρο 30 ετών και αποτελεί το βασικό μέτρο για πολλούς μετεωρολόγους, παρέμενε οριακά κάτω από το ρεκόρ του 2015.
Τα μοντέλα προβλέπουν περαιτέρω ενίσχυση έως τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Παράλληλα, το El Niño αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο ξηρασιών, πυρκαγιών και πλημμυρών, ενώ το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα έχει προειδοποιήσει ότι οι επιπτώσεις του μπορεί να οδηγήσουν έως 50 εκατ. ανθρώπους σε οξεία επισιτιστική ανασφάλεια.
Πηγές: Guardian [1], [2] , Climate Impact Lab