Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών τα τελευταία χρόνια, το πραγματικό εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να φέρει έντονα το αποτύπωμα της πολυετούς κρίσης.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα ήταν το 2025 κατά 22,3% χαμηλότερο, σε πραγματικούς όρους, από το 2010, όταν στο σύνολο της Ε.Ε. είχε αυξηθεί κατά 25,4%. Η μόνη άλλη χώρα με μείωση ήταν η Γαλλία, κατά 0,6%. Το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα είναι το συνολικό καθαρό εισόδημα ενός νοικοκυριού, προσαρμοσμένο στο μέγεθος και τη σύνθεσή του και χρησιμοποιείται από ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat για να μετρήσουν τη φτώχεια και τις ανισότητες.
Η απόκλιση αποτυπώνεται και στην αγοραστική δύναμη. Το ελληνικό διάμεσο εισόδημα διαμορφώθηκε στις 13.612 μονάδες PPS, έναντι 22.630 στην Ε.Ε., δηλαδή περίπου 40% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μόνο Ουγγαρία και Ρουμανία κατέγραψαν χαμηλότερη επίδοση.
Η πίεση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στους εισοδηματικούς δείκτες. Το 87,1% των πολιτών δήλωσε ότι αντιμετωπίζει τουλάχιστον κάποια δυσκολία να καλύψει τις ανάγκες του νοικοκυριού, έναντι 42,5% στην Ε.Ε. Παράλληλα, το 26,4% ζει σε νοικοκυριά όπου η στέγαση απορροφά τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ το 18,1% αδυνατεί να διατηρεί επαρκώς ζεστό το σπίτι του.
Η Ελλάδα κατέγραψε επίσης 14,9% σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση και 27,5% πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 67,2% δηλώνει πως αισθάνεται φτωχό.
Πηγές: Kαθημερινή [1], [2]