(EPA/CHRIS TORRES)

Ιράν: Επανάσταση, μπάλα και θεοκρατία στην ίδια φανέλα

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας
@fyinews team

16/06/2026

Αντιγραφή συνδέσμου
fyi:
  1. Ο Ιρανός δημοσιογράφος Mehrnoush Cheragh Abadi εξηγεί γιατί στο Ιράν το ποδόσφαιρο δεν είναι ποτέ μόνο ποδόσφαιρο.
  2. Χθες, η εθνική του Ιράν έπαιξε τον πρώτο της αγώνα στο Μουντιάλ 2026 στο Λος Άντζελες, όμως οι παίκτες αναγκάστηκαν να μένουν στην Τιχουάνα του Μεξικού, αφού οι ΗΠΑ τους αρνήθηκαν παραμονή στη χώρα.
  3. Πίσω από αυτή την εικόνα, υπάρχει μια ιστορία 130 χρόνων, όπου το ποδόσφαιρο και η πολιτική στο Ιράν πάνε πακέτο: από τον Σάχη και το Ισραήλ, στην επανάσταση του 1979, στο Μουντιάλ του 2022 όπου οι παίκτες αρνήθηκαν να τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο μετά τον θάνατο της Mahsa Amini, μέχρι σήμερα.

του Mehrnoush Cheragh Abadi*

Το ποδόσφαιρο και η πολιτική ήταν πάντα στενά συνδεδεμένα στο Ιράν, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνούσε τη χώρα: ο Σάχης, ως μαριονέτα των Αμερικανών, ή οι Αγιατολάδες, οι υποστηρικτές των οποίων κατέλαβαν την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη και κράτησαν Αμερικανούς διπλωμάτες όμηρους για 444 ημέρες.

Το ποδόσφαιρο έφτασε για 1η φορά στο Ιράν πριν από σχεδόν 130 χρόνια με τους Βρετανούς, οι οποίοι είχαν στον έλεγχό τους τις πετρελαιοπηγές στο νότιο τμήμα της χώρας. Το 1941, η εθνική ομάδα του Ιράν έπαιξε τον πρώτο της επίσημο αγώνα σε διοργάνωση της FIFA. Αν και η πάλη παραμένει παραδοσιακά το εθνικό άθλημα του Ιράν, το ποδόσφαιρο έχει γίνει το πιο δημοφιλές άθλημα της χώρας τις τελευταίες 7 δεκαετίες, συνδέοντάς το ολοένα και περισσότερο με πολιτικά ζητήματα.

Ακόμα και τα ονόματα των ποδοσφαιρικών συλλόγων του Ιράν αντανακλούν αυτή την σύνδεση. Οι δύο μεγαλύτερες ομάδες της Τεχεράνης αποτελούν καλά παραδείγματα. Πριν από την επανάσταση του 1979, η επίσημη ονομασία των “Μπλε” ήταν Taj, που σημαίνει “στέμμα”, και υποστηρίζονταν από το βασιλικό παλάτι. Μετά την επανάσταση, ο σύλλογος μετονομάστηκε σε Esteghlal, που σημαίνει “ανεξαρτησία”. Οι βασικοί τους αντίπαλοι, οι “Κόκκινοι”, ήταν γνωστοί ως Persepolis, ένα όνομα-αναφορά στην 2.500ετή ιστορία της ιρανικής μοναρχίας. Μετά την επανάσταση, όταν απαγορεύτηκαν τα σύμβολα της μοναρχίας, η ομάδα μετονομάστηκε σε Pirouzi, που σημαίνει “νίκη”.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η σύνδεση μεταξύ ποδοσφαίρου και πολιτικής έχει αποκτήσει μια νέα διάσταση. Κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 2026, ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν είχε σημαντικό αντίκτυπο τόσο στην πολιτική όσο και στο ποδόσφαιρο. Αυτή τη φορά, το ζήτημα επεκτάθηκε πέρα από τα σύνορα του Ιράν. Δεν εμπλέκονταν μόνο ο ιρανικός λαός και οι πολιτικοί. Πολιτικοί στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό άσκησαν επίσης έντονη πίεση στο Ιράν, σχετικά με τις βίζες, τη διαμονή και τις προπονητικές εγκαταστάσεις της εθνικής του ομάδας.

Ακολουθούν μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές κατά τις οποίες το ποδόσφαιρο και η πολιτική συγκρούστηκαν στο Ιράν.

Το Ισραήλ, ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης

(REUTERS/Lisi Niesner)

Τον Μάιο του 1968, η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ισραήλ ταξίδεψε στην Τεχεράνη για να συμμετάσχει στο Κύπελλο Ασίας. Όμως, δεν ήταν μια φιλοξενούμενη ομάδα που πολλοί Ιρανοί ανυπομονούσαν να υποδεχτούν.

Στα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1979, το Ιράν υπό τον Σάχη ήταν η μόνη χώρα της Μέσης Ανατολής που διατηρούσε επίσημες σχέσεις με το Ισραήλ. Αυτοί οι δεσμοί ήταν τόσο βαθιά ριζωμένοι που όταν ο Σάχης ξαναπήρε την εξουσία μετά το αμερικανικό πραξικόπημα του 1953, η Μοσάντ συνεργάστηκε μαζί του για να ιδρύσει την αμφιλεγόμενη μυστική υπηρεσία ασφαλείας, γνωστή ως SAVAK.

Ταυτόχρονα, η πλήρης υποστήριξη του Σάχη στο Ισραήλ, σε συνδυασμό με τη σκληρή καταστολή όσων διαφωνούσαν στο εσωτερικό της χώρας, τροφοδότησε το αντι-ισραηλινό κλίμα σε ολόκληρη τη χώρα. Ορισμένοι φοιτητές και παράνομες πολιτικές ομάδες που αντιτάσσονταν στον Σάχη έστειλαν ακόμα και μέλη τους στον Λίβανο για στρατιωτική εκπαίδευση, σε στρατόπεδα που διοικούσε το παλαιστινιακό κίνημα της Φατάχ.

Με αυτό το σκηνικό, ο αγώνας μεταξύ Ιράν και Ισραήλ είχε τεράστια πολιτική σημασία. Την παραμονή του αγώνα, διαδόθηκαν φήμες ότι ένας πλούσιος Ιρανός Εβραίος έμπορος είχε αγοράσει 10.000 εισιτήρια και σχεδίαζε να τα διανείμει δωρεάν σε ποδοσφαιρόφιλους, με αντάλλαγμα να υποστηρίξουν την ισραηλινή ομάδα, σε ένα γήπεδο χωρητικότητας 40.000 θέσεων.

Το Ιράν τελικά κέρδισε τον αγώνα και ακολούθησε κύμα αντι-ισραηλινών διαδηλώσεων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, πλήθη παρέμειναν στους δρόμους του κέντρου της Τεχεράνης μέχρι μετά τα μεσάνυχτα. Αντιμέτωπη με τον μεγάλο όγκο των συγκεντρώσεων, η Αστυνομία του Σάχη επέλεξε να μην παρέμβει.

Αυστραλία, αφιλόξενη οικοδέσποινα

(EPA/CHRIS TORRES)

Μετά την επανάσταση του 1979, η αθλητική σκηνή στο Ιράν άλλαξε δραματικά, ενώ μετά τον 8ετή πόλεμο που ξεκίνησε το Ιράκ εναντίον του Ιράν το 1980, η κοινωνία, η οικονομία, αλλά και ο αθλητισμός στο Ιράν βρέθηκαν υπό μεγάλη πίεση.

Αυτό είχε αποτέλεσμα η εθνική ομάδα του Ιράν να μην καταφέρει να προκριθεί σε τελική φάση Παγκόσμιου Κυπέλλου για 20 χρόνια. Το 1997, η κακή απόδοση του Ιράν στα προκριματικά του Παγκόσμιου Κυπέλλου σήμαινε ότι η θέση του στην τελική φάση εξαρτιόταν από έναν αγώνα μπαράζ εναντίον της -ισχυρής τότε- Αυστραλίας.

Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι οπαδοί εντός του Ιράν έβλεπαν ελάχιστες πιθανότητες νίκης, ειδικά αφού ο πρώτος αγώνας στην Τεχεράνη έληξε με 1-1. Πριν από τον επαναληπτικό αγώνα στη Μελβούρνη, οι Αυστραλοί οπαδοί αποδοκίμασαν τον ιρανικό εθνικό ύμνο. Λίγο αργότερα, η αυστραλιανή ομάδα πήρε προβάδισμα 2 γκολ έναντι του Ιράν. Ωστόσο, το Ιράν κατάφερε να ισοφαρίσει, ενώ κατά τη διάρκεια του αγώνα σημειώθηκαν ρίψεις μπουκαλιών και άλλων αντικειμένων προς τους Ιρανούς παίκτες στον αγωνιστικό χώρο. Τελικά, το Ιράν προκρίθηκε με ισοπαλία 2-2.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον αγωνιστικό χώρο, εκτυλίχθηκε ένα άλλο σκηνικό, το οποίο πολλοί παρακολούθησαν με έκπληξη.

Άνθρωποι που ζούσαν υπό την πίεση μιας ισλαμικής ολοκληρωτικής κυβέρνησης για 2 δεκαετίες – και των οποίων οι κοινωνικές ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένου του ενδυματολογικού κώδικα, του χορού και των δημόσιων εορτασμών, ήταν περιορισμένες – χόρευαν και γιόρταζαν στους δρόμους.

Ήταν η 1η φορά που η Αστυνομία της Ισλαμικής Δημοκρατίας παρέμεινε αμέτοχη και παρακολουθούσε τη δημόσια χαρά αντί να αντιμετωπίσει τις εκδηλώσεις χορού, ο οποίος απαγορεύεται στο Ισλάμ.

Μετά από εκείνη τη στιγμή, οι αγώνες της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου του Ιράν συνδέθηκαν στενότερα με την εθνική υπερηφάνεια. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι εικόνες των Ιρανών προέδρων να φορούν εμφανίσεις της εθνικής ομάδας και να παρακολουθούν αγώνες του Παγκόσμιου Κυπέλλου έγιναν εργαλείο προπαγάνδας.

Όχι στο ποδόσφαιρο

(EPA/TED SOQUI)

Μέχρι το 2022, η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ιράν και η παρουσία της στο Παγκόσμιο Κύπελλο εξακολουθούσαν να θεωρούνται πηγή εθνικής υπερηφάνειας. Όμως, τη συγκεκριμένη χρονιά, αυτό άλλαξε. Το Παγκόσμιο Κύπελλο στο Κατάρ πραγματοποιήθηκε μόλις 2 μήνες μετά τον θάνατο της Mahsa Amini στο κέντρο κράτησης της Ισλαμικής Αστυνομίας στην Τεχεράνη.

Η Amini είχε συλληφθεί επειδή δεν φορούσε σωστά τη μαντίλα της. Ο θάνατός της πυροδότησε ένα άνευ προηγουμένου κύμα διαδηλώσεων κατά του καθεστώτος σε ολόκληρη τη χώρα. Ειδικές αστυνομικές δυνάμεις, οι πολιτοφυλακές Μπασίτζ και μονάδες του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) αναπτύχθηκαν για να καταστείλουν τις διαδηλώσεις, σκοτώνοντας τουλάχιστον 253 άτομα.

Αυτή η βίαιη καταστολή επηρέασε και την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Δεν έπαψε απλώς να αποτελεί σύμβολο ενότητας, αλλά μετατράπηκε και σε μέσο έκφρασης της αντίθεσης προς την ηγεσία του Ιράν. Κανένας από τους παίκτες της εθνικής ομάδας δεν τραγούδησε τον εθνικό ύμνο πριν από τον 1o τους αγώνα στο Κατάρ, και μετά από μια κακή εμφάνιση, υπέστησαν τη βαρύτερη ήττα στην ιστορία του Παγκόσμιου Κυπέλλου του Ιράν, χάνοντας 6-2 από την Αγγλία.

Αν και η ομάδα αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων, η άρνηση των Ιρανών αθλητών να τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο σε διεθνείς διοργανώσεις έγινε μια επαναλαμβανόμενη μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στην εσωτερική καταστολή.

Ταυτόχρονα, η απομάκρυνση του κοινού από την εθνική ομάδα εκδηλώθηκε και με έναν άλλο τρόπο: τους εορτασμούς για τις ήττες του Ιράν. Κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου εορτασμού στους δρόμους, μετά την ήττα του Ιράν από τις ΗΠΑ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Κατάρ, ο Mehran Samak φέρεται να δέχτηκε πυροβολισμό στο κεφάλι από τον διοικητή της Αστυνομίας της πόλης Μπαντάρ Ανζάλι, με αποτέλεσμα να πεθάνει μέσα στο αυτοκίνητό του, ενώ πατούσε την κόρνα του για να πανηγυρίσει.

Παγκόσμιο Κύπελλο 2026

(EPA/CHRIS TORRES)

Το 2026, η πολιτικοποίηση του ιρανικού ποδοσφαίρου ξεκίνησε πριν ακόμη οι παίκτες βγουν στη σκηνή του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Μετά τον πόλεμο που κήρυξαν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο, δεν ήταν σαφές εάν η ομάδα θα μπορούσε να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Λίγο αργότερα, η πίεση από τον Καναδά και τις ΗΠΑ εντάθηκε. Η Ουάσιγκτον όχι μόνο αρνήθηκε να χορηγήσει βίζες σε όλα τα μέλη της ομάδας, αλλά τους απαγόρευσε και την παραμονή στη χώρα, όπου θα διεξαχθούν όλοι οι αγώνες των ομίλων. Ο 1ος αγώνας του Ιράν στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν στις 15.06 (ξημερώματα 16.06 για την Ελλάδα) στο Λος Άντζελες, αλλά οι παίκτες της ομάδας αναγκάστηκαν να μείνουν στην Τιχουάνα του Μεξικό για προπόνηση.

Επιπλέον, μετά τη βίαιη καταστολή της πανεθνικής εξέγερσης τον Ιανουάριο, η οποία έλαβε χώρα σε διάφορες πόλεις του Ιράν και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων από 3.000 διαδηλωτών, πολλοί Ιρανοί μετανάστες στις ΗΠΑ αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το Παγκόσμιο Κύπελο, ως βήμα για να εκφράσουν την αντίθεσή τους προς τους ηγέτες του Ιράν.

Τα σημάδια ήταν ήδη ορατά κατά τη διάρκεια του πρώτου αγώνα του Ιράν εναντίον της Νέας Ζηλανδίας, ο οποίος έληξε με ισοπαλία 2–2. Για άλλη μια φορά, ο εθνικός ύμνος αποδοκιμάστηκε, αλλά αυτή τη φορά όχι από τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας. Αποδοκιμάστηκε από τους ίδιους τους Ιρανούς στο γήπεδο.

Έξω από το γήπεδο, ορισμένοι αντίπαλοι του καθεστώτος προέτρεπαν τους θεατές να μην υποστηρίξουν την ιρανική ομάδα. Αντί να την αποκαλούν “εθνική ομάδα”, αναφέρονταν σε αυτήν ως “ομάδα του καθεστώτος” ή “ομάδα των IRGC”.

Αυτές οι εξελίξεις έθεσαν για ακόμα μια φορά την ιρανική εθνική ομάδα στο επίκεντρο πολιτικών εντάσεων που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του ποδοσφαίρου.

Η πίεση στην ομάδα ήταν τόσο έντονη, που στη συνέντευξη Τύπου πριν από τον εναρκτήριο αγώνα του Ιράν στις 15 Ιουνίου, σχεδόν καμία ερώτηση δεν αφορούσε το ποδόσφαιρο. Το ζήτημα είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη πολιτική σημασία που ο αρχηγός της ομάδας και παίχτης του Ολυμπιακού, Mehdi Taremi, απάντησε στους δημοσιογράφους λέγοντας: “Θα ήθελα να κάνετε και μερικές ερωτήσεις που αφορούν τον αθλητισμό”.

*O Mehrnoush Cheragh Abadi είναι Ιρανός δημοσιογράφος. Ασχολείται κυρίως με τα κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα του Ιράν.

AD(1024x768)