Η συζήτηση για την τετραήμερη εργασία στην Ελλάδα συνδέεται άμεσα με τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη δομή της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με ρεπορτάζ της “Καθημερινής”.
Παρότι η χώρα καταγράφει από τις υψηλότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στην Ευρώπη (39,6 ώρες), η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας αντιστοιχεί είναι 33 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αντίθετα, στην Ολλανδία, όπου εφαρμόζονται πιλοτικά μοντέλα τετραήμερης εργασίας σε ορισμένους κλάδους, η παραγωγικότητα ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 14 μονάδες.
Σύμφωνα με οικονομολόγους και φορείς της αγοράς εργασίας, η μείωση του χρόνου εργασίας δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από την παραγωγική δυνατότητα μιας οικονομίας. Στην Ελλάδα, το 88% των επιχειρήσεων απασχολεί έως 10 εργαζομένους, ενώ μόλις το 2% πάνω από 50.
“Ρεαλιστικές” εναλλακτικές που προτείνουν ειδικoί είναι η 6ωρη εργασία, η 4ήμερη εργασία χωρίς μείωση ωραρίου και οι περισσότερες άδειες.
Η κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων, με περιορισμένους πόρους και υψηλή ένταση εργασίας, δυσκολεύει την εφαρμογή μοντέλων μειωμένου ωραρίου χωρίς πρόσθετο κόστος. Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα σε κλάδους με εποχικότητα, όπως ο τουρισμός και η εστίαση, όπου απαιτείται συνεχής κάλυψη βαρδιών και αυξημένη διαθεσιμότητα προσωπικού.
Έτσι, μια οριζόντια εφαρμογή 32ωρης εργασίας θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε υπερωρίες είτε σε εντατικοποίηση και αδήλωτη εργασία. Γι’ αυτό αρκετοί ειδικοί θεωρούν πιο ρεαλιστικές ενδιάμεσες λύσεις τετραήμερη εργασία χωρίς μείωση συνολικών ωρών μέσω 10ωρης ημερήσιας απασχόλησης, μοντέλα “100-80-100” (100% μισθός, 80% χρόνος εργασίας, 100% παραγωγικότητα), π.χ. 6ωρη εργασία, περισσότερες ημέρες άδειας ή μικρότερος συνολικός εργασιακός βίος.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι η εφαρμογή τέτοιων πολιτικών προϋποθέτει υψηλότερη παραγωγικότητα, επενδύσεις σε τεχνολογία και οργάνωση, καθώς και συλλογικές συμβάσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε κλάδου.
Πηγή: Καθημερινή