Σεζόν 2003-2004, χρονιά του πρώτου double. Το πρώτο μου διαρκείας στη Λεωφόρο. Θύρα 10Β, σειρά 10, θέση 20. Δεν ήταν η πρώτη μου φορά στο γήπεδο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που αυτή η πράσινη κάρτα έγραφε το όνομά μου.
Ήταν και η χρονιά του πρώτου double μετά από το 1996 και το ένα από τα μόλις τρία πρωταθλήματα που έχει πάρει ο Παναθηναϊκός μετά το 1995 που γεννήθηκα.
Στο τότε “παρεάκι” ήταν ο μπαμπάς μου και οι φίλοι του, ο Κώστας, ο Βούλης και ο Ηλίας. Εγώ καθόμουν δίπλα στον Βούλη και πίσω από τους υπόλοιπους. Εγώ και ο Βούλης ήμασταν “η νεολαία”, όπως έλεγε. Θυμάμαι είχε πάντα θέμα με τον Μιχάλη τον Κωνσταντίνου, όχι ως ποδοσφαιριστή, απλώς δεν τον χώνευε. Γελούσαμε όλοι μαζί τότε, αλλά δικαιώθηκε 2 χρόνια μετά που πήγε στον Ολυμπιακό.
Το γήπεδο είχε τη ρουτίνα του. Πασατέμπο, μαξιλαράκι πάντα για τις καρέκλες, μπλούζα και κασκόλ του Παναθηναϊκού, οι μεγάλοι μπίρα, εγώ μάλλον τίποτα, συνθήματα, πίκρα (κυρίως) ή χαρά και μετά το ματς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αναμονή έξω από τα αποδυτήρια για να πάρω αυτόγραφα από τους παίκτες. Πολλά χρόνια κράτησε αυτή η συνήθεια, μέχρι που ο Παναθηναϊκός άλλαξε έδρα και πήγε στο ΟΑΚΑ και έτσι άλλαξε η ρουτίνα, μετά πάλι Λεωφόρος, μετά ΟΑΚΑ, πάλι Λεωφόρος…
Και κάπως έτσι, “τα χρόνια περάσανε, κυλούσε η ιστορία, στους τοίχους γραφτήκανε συνθήματα πολλά” που λέει και το σύνθημα και χθες φτάσαμε να αποχαιρετάμε τη Λεωφόρο για τα καλά. Δυστυχώς, όχι όπως έπρεπε, μέσα στο γήπεδο, αφού το τελευταίο ματς στη Λεωφόρο έγινε χωρίς κόσμο, λόγω τιμωρίας.
Από τότε, δεν γραφτήκανε μόνο συνθήματα πολλά, αλλά τα πάντα έχουν αλλάξει. Ο Παναθηναϊκός άλλαξε, εγώ άλλαξα, εμείς αλλάξαμε, έχοντας “πάντα το τριφύλλι στην καρδιά”. Η εποχή άλλαξε, το ποδόσφαιρο άλλαξε. Το νούμερο της θύρας που πλέον κάθομαι άλλαξε, το γηπεδικό “παρεάκι” άλλαξε. Ακόμα και τα διαρκείας πλέον δεν βγαίνουν σε μορφή κάρτας, αλλά σε ψηφιακή μορφή.
Η Λεωφόρος, όμως, δεν άλλαξε ποτέ πραγματικά. Σίγουρα δεν άλλαξε το συναίσθημά μου, απλώς το μεγάλωσε. Συνέχισε να είναι το σπίτι μου. Να μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια. Το μέρος που γνώρισα τον Παναθηναϊκό, την ομάδα που με συντροφεύει και αγαπώ όλη μου τη ζωή. Το μέρος που όποτε περνάω δίπλα του, ζωντανεύει μπροστά μου τόσες αναμνήσεις.
Και αρχίζω να θυμάμαι το μαγικό γκολ του Έκι με την Άρσεναλ. Αρχίζω να θυμάμαι τον μπαμπά μου, να είναι ζωντανός και να είναι δίπλα μου με το πράσινο καπέλο του. Να ενοχλείται με άκυρους ανθρώπους στην κερκίδα που έβριζαν τον Λουκά τον Βύντρα. “Σταματήστε ρε παιδιά να τον βρίζετε”. Να γκρινιάζουμε παρεούλα για τα χαμένα πρωταθλήματα και να αναλύουμε τι πήγε πάλι λάθος και φτου κι απ’ την αρχή.
Ή αργότερα, το 2023, δύο χρόνια χωρίς τον μπαμπά μου, να τραγουδάμε όλοι μαζί δυνατά στο πέταλο της Θύρας 13, ανάμεσα σε καπνογόνα και συγκίνηση, “Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει, όπου κι αν παίζεις θα σ’ ακολουθώ. Κερδίζεις χάνεις ΠΑΟ δεν πειράζει, θα’ μαι κοντά σου για να τραγουδώ”. Για άλλο ένα πρωτάθλημα που είχε χαθεί από την προηγούμενη αγωνιστική.
Αυτό το γήπεδο, στην καρδιά της Αθήνας, με τα καταπράσινα γκράφιτι που χαζεύουν όσοι διασχίζουν τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, την Τσόχα, την Π. Κυριακού και την οδό Παναθηναϊκού, εκεί που είναι η Θύρα 13. Αυτό το γήπεδο που σαν αυτό δεν θα υπάρξει.
“Εδώ είναι ο παράδεισος και η κόλαση, εδώ” που λέει και το πανό.
Εις το επανιδείν, στις αναμνήσεις που δεν θα σβήσουνε ποτέ.
Και ΠΑΟ ολέ ολέ ολέ ολέ…