(EUROKINISSI/ΜΑΡΚΟΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ)

Τα παιδιά της Λεωφόρου: Τέσσερα αντίο για το γήπεδο του ΠΑΟ

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας
@fyinews team

18/05/2026

Αντιγραφή συνδέσμου
fyi:
  1. Υπάρχουν γήπεδα. Και υπάρχει η Λεωφόρος. 4 Παναθηναϊκοί του fyi.news μοιράζονται τις δικές τους ιστορίες, αναμνήσεις και εικόνες από το “σπίτι” που μεγάλωσε γενιές φιλάθλων.
  2. Ένα μέρος που δεν ήταν ποτέ μόνο τσιμέντο, κερκίδες και γκολ. Ήταν Κυριακές με τον πατέρα σου, καπνογόνα στη βροχή, διαρκείας με το όνομά σου, η πρώτη φορά στη Θύρα 13, η διαδρομή στην Αλεξάνδρας, οι άνθρωποι που δεν είναι πια εδώ αλλά συνεχίζουν να “κάθονται” δίπλα σου.
  3. Το τελευταίο αντίο δεν ήρθε όπως άξιζε. Αλλά ίσως κάποια μέρη να μην αποχαιρετιούνται ποτέ πραγματικά.

της Κατερίνας Πασπαλιάρη

Η ομάδα έρχεται απ’ την κούνια. Μην σου πω απ’ το μαιευτήριο. Λένε “Πώς θα τη βγάλουμε αυτήν εδώ; Αικατερίνη, Κατερίνα, Κατίνα; Ό,τι είναι. Και Παναθηναϊκός”.

Από εκείνη τη στιγμή, το DNA σου υιοθετεί διάφορες λειτουργίες και αντιδρά αλλοπρόσαλλα σε ερεθίσματα, όπως στο σφύριγμα του “Σύλλογος μεγάλος…”, στο τριφύλλι, όποιο τριφύλλι εκτός απ’ τη Βάσια Τριφύλλη, το “1908”, στο πράσινο χρώμα.

Μεγαλώνεις, έρχεσαι στην πρωτεύουσα και ξέρεις ακριβώς πού είναι η Λεωφόρος – το “Αλεξάνδρας” δεν το κοτσάρεις ποτέ, για σένα είναι αχρείαστο. Όποτε κι αν περνάς απ’ έξω, το γήπεδο σε μαγνητίζει.

“Έμπαινα”, λες. Ναι, αλλά πότε; Μήπως δεν είσαι αρκετά Παναθηναϊκός;

Χρόνια μετά, είσαι στη Θύρα 2 για δουλειά. Τι έχανες τόσο καιρό; Χαζεύεις τη 13 στα δεξιά σου και νιώθεις την αγέλη αγριεμένη και ολοζώντανη. Θέλεις.

Και το σύμπαν, ήθελε κι αυτό. Κάπως στα όμορφα και στα κλεφτά, την επόμενη φορά, βρίσκεσαι ψηλά στη 13.

Εδώ δεν είσαι γυναίκα, δεν είσαι κορίτσι, δεν είσαι αγόρι. Είσαι παιδί.

Όλα γίνονται ένα, όλοι οι Παναθηναϊκοί είναι μαζί σου, είναι-δεν είναι εκεί: ο Βαγγέλης με το γιγάντιο τριφύλλι καρφωμένο στο μπαλκόνι του, η γάτα του ο Τζιμπρίλ, η μάνα μου -εννοείται, η μάνα μου- με τα συνθήματα και τα ξεματιάσματα, ο θείος, ο αδερφός σου, το μισό Τολό.

Η καρδιά σου πάει να σπάσει από την ντόπα. Νιώθεις να ανήκεις, γιατί όντως ανήκεις.

17 Μαΐου 2026, η Λεωφόρος είπε το τελευταίο αντίο με ένα 2-2 απέναντι στον ΠΑΟΚ, κεκλεισμένων των θυρών, και με ένα “μην κλαις επειδή τελείωσε, χαμογέλα επειδή συνέβη”.

Πώς να χαμογελάσουμε που δεν προλάβαμε να γίνουμε ακόμα πιο Παναθηναϊκοί;

(EUROKINISSI/ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ)

του Βίκτωρα Αντωνόπουλου

Σεζόν 2003-2004, χρονιά του πρώτου double. Το πρώτο μου διαρκείας στη Λεωφόρο. Θύρα 10Β, σειρά 10, θέση 20. Δεν ήταν η πρώτη μου φορά στο γήπεδο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που αυτή η πράσινη κάρτα έγραφε το όνομά μου.

Ήταν και η χρονιά του πρώτου double μετά από το 1996 και το ένα από τα μόλις τρία πρωταθλήματα που έχει πάρει ο Παναθηναϊκός μετά το 1995 που γεννήθηκα.

Στο τότε “παρεάκι” ήταν ο μπαμπάς μου και οι φίλοι του, ο Κώστας, ο Βούλης και ο Ηλίας. Εγώ καθόμουν δίπλα στον Βούλη και πίσω από τους υπόλοιπους. Εγώ και ο Βούλης ήμασταν “η νεολαία”, όπως έλεγε. Θυμάμαι είχε πάντα θέμα με τον Μιχάλη τον Κωνσταντίνου, όχι ως ποδοσφαιριστή, απλώς δεν τον χώνευε. Γελούσαμε όλοι μαζί τότε, αλλά δικαιώθηκε 2 χρόνια μετά που πήγε στον Ολυμπιακό.

Το γήπεδο είχε τη ρουτίνα του. Πασατέμπο, μαξιλαράκι πάντα για τις καρέκλες, μπλούζα και κασκόλ του Παναθηναϊκού, οι μεγάλοι μπίρα, εγώ μάλλον τίποτα, συνθήματα, πίκρα (κυρίως) ή χαρά και μετά το ματς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αναμονή έξω από τα αποδυτήρια για να πάρω αυτόγραφα από τους παίκτες. Πολλά χρόνια κράτησε αυτή η συνήθεια, μέχρι που ο Παναθηναϊκός άλλαξε έδρα και πήγε στο ΟΑΚΑ και έτσι άλλαξε η ρουτίνα, μετά πάλι Λεωφόρος, μετά ΟΑΚΑ, πάλι Λεωφόρος…

Και κάπως έτσι, “τα χρόνια περάσανε, κυλούσε η ιστορία, στους τοίχους γραφτήκανε συνθήματα πολλά” που λέει και το σύνθημα και χθες φτάσαμε να αποχαιρετάμε τη Λεωφόρο για τα καλά. Δυστυχώς, όχι όπως έπρεπε, μέσα στο γήπεδο, αφού το τελευταίο ματς στη Λεωφόρο έγινε χωρίς κόσμο, λόγω τιμωρίας.

Από τότε, δεν γραφτήκανε μόνο συνθήματα πολλά, αλλά τα πάντα έχουν αλλάξει. Ο Παναθηναϊκός άλλαξε, εγώ άλλαξα, εμείς αλλάξαμε, έχοντας “πάντα το τριφύλλι στην καρδιά”. Η εποχή άλλαξε, το ποδόσφαιρο άλλαξε. Το νούμερο της θύρας που πλέον κάθομαι άλλαξε, το γηπεδικό “παρεάκι” άλλαξε. Ακόμα και τα διαρκείας πλέον δεν βγαίνουν σε μορφή κάρτας, αλλά σε ψηφιακή μορφή.

Η Λεωφόρος, όμως, δεν άλλαξε ποτέ πραγματικά. Σίγουρα δεν άλλαξε το συναίσθημά μου, απλώς το μεγάλωσε. Συνέχισε να είναι το σπίτι μου. Να μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια. Το μέρος που γνώρισα τον Παναθηναϊκό, την ομάδα που με συντροφεύει και αγαπώ όλη μου τη ζωή. Το μέρος που όποτε περνάω δίπλα του, ζωντανεύει μπροστά μου τόσες αναμνήσεις.

Και αρχίζω να θυμάμαι το μαγικό γκολ του Έκι με την Άρσεναλ. Αρχίζω να θυμάμαι τον μπαμπά μου, να είναι ζωντανός και να είναι δίπλα μου με το πράσινο καπέλο του. Να ενοχλείται με άκυρους ανθρώπους στην κερκίδα που έβριζαν τον Λουκά τον Βύντρα. “Σταματήστε ρε παιδιά να τον βρίζετε”. Να γκρινιάζουμε παρεούλα για τα χαμένα πρωταθλήματα και να αναλύουμε τι πήγε πάλι λάθος και φτου κι απ’ την αρχή.

Ή αργότερα, το 2023, δύο χρόνια χωρίς τον μπαμπά μου, να τραγουδάμε όλοι μαζί δυνατά στο πέταλο της Θύρας 13, ανάμεσα σε καπνογόνα και συγκίνηση, “Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει, όπου κι αν παίζεις θα σ’ ακολουθώ. Κερδίζεις χάνεις ΠΑΟ δεν πειράζει, θα’ μαι κοντά σου για να τραγουδώ”. Για άλλο ένα πρωτάθλημα που είχε χαθεί από την προηγούμενη αγωνιστική.

Αυτό το γήπεδο, στην καρδιά της Αθήνας, με τα καταπράσινα γκράφιτι που χαζεύουν όσοι διασχίζουν τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, την Τσόχα, την Π. Κυριακού και την οδό Παναθηναϊκού, εκεί που είναι η Θύρα 13. Αυτό το γήπεδο που σαν αυτό δεν θα υπάρξει.

“Εδώ είναι ο παράδεισος και η κόλαση, εδώ” που λέει και το πανό.

Εις το επανιδείν, στις αναμνήσεις που δεν θα σβήσουνε ποτέ.

Και ΠΑΟ ολέ ολέ ολέ ολέ…

(EUROKINISSI/ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΟΛΗΣ)

του Γιώργου Καρατέγου

Το βλέπω. Πρώτος εγώ σε όλο το γήπεδο. Η μπάλα έχει φύγει από το κεφάλι του Μιχάλη Κωνσταντίνου και η τροχιά της οδηγεί στα μούτρα μου με γεωμετρική ακρίβεια. Ανάμεσα στην μπάλα και εμένα, υπάρχει μόνο το δίχτυ. Το τράνταγμά του, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, προκαλεί το χάος. 20.000 ξεκινάνε να ουρλιάζουνε, να πέφτουν, να γελάνε, να ποδοπατιούνται.

ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛ!

Ο πατέρας μου με σηκώνει ψηλά, ενώ ο θείος μου μας λούζει -εμάς και τους γύρω- με άφθονη κρύα μπύρα. Κουτρουβαλάμε 2-3 σειρές παρακάτω ο ένας πάνω στον άλλον. Ένας τύπος γύρω στα 60 με σκαμμένη μούρη με σηκώνει ουρλιάζοντας “ΤΙ ΤΟΥΣ ΕΚΑΝΕ ΡΕ ΜΙΚΡΕ, ΤΙ ΤΟΥΣ ΕΚΑΝΕ ΤΩΡΑ”. Εγώ ακολουθώντας τη φωνή από τα μεγάφωνα του απαντάω: “ΣΚΟΡΕΡ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΜΑΣ Ο ΜΙΧΑΛΗΗΗΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΥΥΥ”. Ο πατέρας μου σηκώνεται και ψάχνει τα γυαλιά του, που έχουν φύγει απ’ το κεφάλι του, αλλά στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να νοιάζεται και πολύ. Πού να νοιαστεί. Η Λεωφόρος καίγεται. Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός 1-0.

Γυρνάω το κεφάλι μου και κοιτάω απέναντι πίσω από το πέταλο, στον ουρανό πάνω από τη Θύρα 13. Σε μια ταράτσα βλέπω 6-7 άτομα να έχουν ανάψει μια πράσινη φωτοβολίδα. Οι τυχεροί ένοικοι του διαμερίσματος είναι οι συμμαθητές μου από το Β3, που όμως δεν κάνουνε αρκετή παρέα με τα παιδιά από το Β2, όπως εγώ. Στο διάλειμμα δερνόμαστε στην μπάλα, η ταράτσα είναι πριβέ και δεν μπαίνει όποιος να ‘ναι.

“Γαμώτο, πίσω από το γήπεδο πάω σχολείο, δεν μπορούσε να είναι έναν όροφο ψηλότερα να βλέπουμε μέσα;”, σκέφτομαι κάθε πρωί που περνάω απ’ έξω, μισοκοιμισμένος ακόμη.

Ένα ημίχρονο μετά, το ματς λήγει. Κερδίσαμε. Έχω αγκαλιά ένα κάθισμα που βρήκα ξηλωμένο (ακόμη το έχω). Καθώς φεύγω τραγουδώντας, το μάτι μου πέφτει πάνω σε ένα γκράφιτι δίπλα στη μπουτίκ με τις φανέλες. Το χαζεύω χαρούμενος και κουνάω το κεφάλι μου συγκαταβατικά. Ο τοίχος έγραφε:

“Ξέρω ένα μέρος που δεν μοιάζει με κανένα.”

Μπορείς να αποχαιρετήσεις ένα γήπεδο; Έχει ψυχή ένα ντουβάρι;

Αν έχει λέει;

(EUROKINISSI/ΜΑΡΚΟΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ)

του Αναστάση Κουτσογιάννη

Ήταν μεσημέρι Κυριακής 30 Νοεμβρίου 2003 όταν ένα επαγγελματικό φορτηγάκι, με έδρα τη Λαμία και επιβάτες έναν πατέρα με τον γιό του, ξεκινούσε αργοπορημένα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί ένα πολυήμερο ψηστήρι του 14χρονου γιού στον “αλλόθρησκο” πατέρα, ώστε να τον πάει να δει για πρώτη φορά τον Παναθηναϊκό από κοντά.

Ο πατέρας, αν και όχι ακριβώς “ψημένος”, αποφάσισε να πει το “ναι” και να βάλει μπροστά για ένα -περίπου 8ωρο- ταξίδι πήγαινε-έλα υπό καταρρακτώδη βροχή σε ένα δρόμο-καρμανιόλα. Το πήγαινε έγινε χωρίς στάση, με τη μία ρόδα σχεδόν μόνιμα πάνω στη διαχωριστική γραμμή, γιατί ο μικρός ήταν ανυπόφορος. “Άμα αργήσουμε θα φταις εσύ”.

“Μπήκανε” Αθήνα μισή ώρα πριν το ματς. Η αγωνία στο αποκορύφωμα. Θα προλάβουνε τη σέντρα; Παρκάρουνε σχετικά κοντά στο γήπεδο. Ο μικρός ανοίγει την πόρτα και αρχίζει να τρέχει. “Όχι από εκεί, απ’ την άλλη πάμε”.

Ανηφορίζουνε μαζί. Δυο στενά πριν, η Λεωφόρος σχηματίζεται ξεκάθαρα μπροστά του. Εικόνα μαγική. Οι προβολείς την φωτίζουν μέσα στη βροχή ενώ καπνοί από πυρσούς έχουν θαμπώσει την ατμόσφαιρα.

Είναι πέντε λεπτά πριν τη σέντρα και η καρδιά του μικρού πάει να σπάσει. “Δύο εισιτήρια”. Θύρα 5Α. Η Λεωφόρος από μέσα. Βουητά. Κόσμος. Όνειρο. Οπαδοί του ΠΑΟΚ στ’ αριστερά, η Θύρα 13 στα δεξιά. Παρά την αγωνία του για το ματς, δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του απ’ την 13.

Συνθήματα, καπνογόνα και χοροπηδητό μες στη βροχή. “Η Θύρα 13 είναι αυτό που δεν μπορείς να φανταστείς, αν δεν το ζεις”.

Σφύριγμα λήξης. 3-0. Το γήπεδο αδειάζει, ο μικρός δεν θέλει να φύγει. Κάθεται εκεί και χαζεύει την Θύρα 13 που ακόμα φλέγεται. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που την έβλεπε από μακριά.

Ο μικρός μεγάλωσε. “Κατέβηκε” μόνιμα Αθήνα. Πήρε το πρώτο του διαρκείας με λεφτά για “διακοπές”. Και στο ΟΑΚΑ μετά “ανηφόρησε”. Ποτέ του δεν το γούσταρε. Ήταν όμως εκεί. Έφυγε για έξω, αλλά επέστρεψε τη χρονιά που η ομάδα επέστρεφε για “μια τελευταία σεζόν” στη Λεωφόρο. Ευτυχώς, τότε δεν έγινε. “Εδώ είναι το σπίτι σου Παναθηναϊκέ”.

Ήρθαν οι εκλογές και το μεγάλο σοκ. Ο κόσμος ψήφισε να φύγει η ομάδα απ’ το σπίτι της. Ξαναπήγε ΟΑΚΑ και μετά πάλι Λεωφόρο. “Πάμε ρε στο γήπεδο. Για πόσο νομίζετε ότι θα το έχουμε ακόμα;”, έλεγε χωρίς να θέλει να πιστέψει ότι αυτή η μέρα κάποτε θα ερχόταν.

Τελικά, αυτή η μέρα ήρθε. Όπως και στο πρώτο ματς της ζωής του στα τσιμέντα της Λεωφόρου, έτσι και στο τελευταίο, αντίπαλος ήταν ο ΠΑΟΚ.

Όλα όμως ήταν αλλιώτικα.

Η καρδιά του δεν πήγαινε να σπάσει. Ούτε καπνοί είχαν σκεπάσει την άδεια Αλεξάνδρας. Η Θύρα 13 δεν φλεγόταν. Το γήπεδο στο οποίο είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του ήταν άδειο. Αποτέλεσμα μιας ηλίθιας απόφασης και μιας ανίκανης διοίκησης. “Εσύ δεν είσαι Παναθηναϊκός”.

“Με το κασκόλ δεμένο στο λαιμό” ανηφόρισε για μία ακόμα φορά την Αλεξάνδρας. Βρήκε, όπως πάντα, τα παιδιά, για να δουν το ματς. Αυτή τη φορά απ’ έξω.

Το ματς δεν ένοιαζε κανέναν. Λήξη αγώνα, 2-2. Με τα πόδια για μια τελευταία φορά πίσω από τη 13. Καπνογόνα, συνθήματα, τραγούδι.

“Περνάν τα χρόνια και νιώθω τη μαγεία και η καψούρα με έκανε τρελό, από παιδί στην Θύρα 13 στη Λεωφόρο να έρθω να σε δω”.

Και κάπου εκεί το τέλος.

Σίγουρα δεν πρέπει να ‘ναι έτσι το αντίο και σίγουρα δεν θα ‘ναι αυτό το αντίο.

Το αντίο θα το δώσουν, όπως ξέρουν, μόνο τα παιδιά της Λεωφόρου.

AD(1024x768)